νεομυκίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεομυκίνη < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεομυκίνη θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]