νεοσσός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : νεογνό

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεοσσός νεοσσοί
γενική νεοσσού νεοσσών
αιτιατική νεοσσό νεοσσούς
κλητική νεοσσέ νεοσσοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεοσσός < αρχαία ελληνική νεοσσός
Νεοσσοί στη φωλιά των γονιών τους

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɛ.ɔ.ˈsɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεοσσός αρσενικό

  1. νεογέννητο πτηνό
  2. (μεταφορικά) νεαρός ή νεαρή, ιδίως στα πρώτα στάδια της επαγγελματικής, πολιτικής, καλλιτεχνικής κλπ. καριέρας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]