νεποτισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεποτισμός νεποτισμοί
γενική νεποτισμού νεποτισμών
αιτιατική νεποτισμό νεποτισμούς
κλητική νεποτισμέ νεποτισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεποτισμός < ιταλική nepotismο (nipote = ανιψιός) < λατινική nepos (= εγγονός, απόγονος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεποτισμός αρσενικό

  • Η παραχώρηση πολιτικών προνομίων και αξιωμάτων σε συγγενικά πρόσωπα, λόγω της ιδιότητάς τους ώς συγγενείς, και όχι γιατί καλύπτουν τα αντικειμενικά προσόντα για να αναλάβουν την όποια υπευθυνότητα.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]