νερά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nεˈɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νερά

  1. νερό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού
  2. ουδέτερο στον πληθυντικό
    1. ποσότητα νερού σαν σύνολο συγκεντρωμένο
      η στέρνα γεμίζει με τα νερά της βροχής
      σου έχω πει χίλιες φορές να μη γεμίζεις το μπάνιο με νερά
    2. εσωτερικές ραβδώσεις ή κυματισμοί, που οφείλονται στην ύπαρξη διαφορετικής πυκνότητας υλικού
    3. (συνεκδοχικά) η διεύθυνση προς την οποία κατευθύνονται οι περισσότερες ραβδώσεις η οποία συνήθως έχει και τη μικρότερη αντίσταση κατά την επεξεργασία του υλικού
      έχει κόντρα τα νερά και δεν διπλώνεται εύκολα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]