νερά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νερά < νερό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νερά ουδέτερο στον πληθυντικό

  1. ποσότητα νερού σαν σύνολο συγκεντρωμένο
    η στέρνα γεμίζει με τα νερά της βροχής
    σου έχω πει χίλιες φορές να μη γεμίζεις το μπάνιο με νερά
  2. εσωτερικές ραβδώσεις ή κυματισμοί, που οφείλονται στην ύπαρξη διαφορετικής πυκνότητας υλικού
  3. (συνεκδοχικά) η διεύθυνση προς την οποία κατευθύνονται οι περισσότερες ραβδώσεις η οποία συνήθως έχει και τη μικρότερη αντίσταση κατά την επεξεργασία του υλικού
    έχει κόντρα τα νερά και δεν διπλώνεται εύκολα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]