νεράιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νεράιδα οι νεράιδες
      γενική της νεράιδας των νεράιδων
    αιτιατική τη νεράιδα τις νεράιδες
     κλητική νεράιδα νεράιδες
Κλίση τρισύλλαβου παροξύτονου σε -α με σταθερό τόνο.
Μερικοί ομιλητές σχηματίζουν την γενική πληθυντικού σε -ών.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεράιδα < μεσαιωνική ελληνική νεράιδα / ἀναράδα / ἀνεράιδα / νεράδα < αρχαία ελληνική Νηρηΐς (αιτιατική: Νηρηΐδα με τροπή του /i/ > /e/ πριν από /r/), κόρη του Νηρέα [1][2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɛ'ɾai̯.ða/ με συνίζηση του [ai]
συλλαβισμός: νε‐ράι‐δα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεράιδα θηλυκό

  1. Φανταστική μορφή της λαϊκής παράδοσης με μορφή όμορφης γυναίκας, συχνά με εξαιρετική φωνή, που ζει στη φύση, μακριά από τους ανθρώπους όπως και οι αρχαίες Νηρηίδες. Σ' αυτήν αποδίδονταν παθήματα των ανθρώπων που της άφηναν προσφορές για να την εξευμενίσουν[3]
  2. γυναίκα με αιθέρια ομορφιά

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

της δημοτικής[4]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «νεράιδα» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  4. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.