νεράντζι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεράντζι νεράντζια
γενική νεραντζιού νεραντζιών
αιτιατική νεράντζι νεράντζια
κλητική νεράντζι νεράντζια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεράντζι < μεσαιωνική ελληνική νεράντζι(ον) < βενετική naranza (πικρό πορτοκάλι) < αραβική نارنج (nāranj) [1]< περσική نارنگ (nārang) < σανσκριτική नारङ्ग (nāraṅga, πορτοκαλιά)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nε.ˈɾan.dzi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεράντζι ουδέτερο

  1. (φρούτα) καρπός της νεραντζιάς
    Συχνά τα νεράντζια γίνονται «όπλα» στα χέρια των διαδηλωτών, αλλά είναι πιο χρήσιμα για μαρμελάδα! (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 2010.01.03. enet.gr)
  2. (γαστρονομία) γλυκό του κουταλιού με κύριο συστατικό το νεράντζι
    Ήρθε ωστόσο και ο δίσκος με το νεράντζι, ήρθε κι ο αναπόφευγος ο καφές. (Αργύρης Εφταλιώτης, Τ' όμορφο το χωριό)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. νεράντζιον - Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). greek‑language.gr - η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας).