νεροκουβαλητής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεροκουβαλητής νεροκουβαλητές
γενική νεροκουβαλητή νεροκουβαλητών
αιτιατική νεροκουβαλητή νεροκουβαλητές
κλητική νεροκουβαλητή νεροκουβαλητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεροκουβαλητής < μεσαιωνική ελληνική νεροκουβαλητής < νερό + κουβαλητής < κουβαλ(ώ) + -ητής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεροκουβαλητής αρσενικό, νεροκουβαλήτρα θηλυκό

  1. (σπάνιο) άτομο που εμπορεύεται ή απλά μεταφέρει νερό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νερουλάς
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) που κάνει διάφορες δουλειές, συνήθως αγγαρείες ή μη επιλήψιμες, από τις οποίες τελικά έχει κέρδος κάποιος τρίτος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]