νεροποντή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεροποντή νεροποντές
γενική νεροποντής νεροποντών
αιτιατική νεροποντή νεροποντές
κλητική νεροποντή νεροποντές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεροποντή < νερο- + ποντίζω + (αναδρομικός σχηματισμός)[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nε.ɾɔ.pɔn.ˈdi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεροποντή θηλυκό

  1. βροχή που πέφτει με δύναμη και έχει διάρκεια
  2. (κατ’ επέκταση) το υδάτινο ρεύμα που σχηματίζεται από τα νερά μιας νεροποντής και κυλάει ορμητικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. νεροποντή στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.