νερόκρινο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /neˈɾo.kɾi.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : νε‐ρό‐κρι‐νο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νερόκρινο ουδέτερο
- (φυτό, λουλούδι) γένος ανθοφόρου φυτού της οικογένειας Ιριδοειδή ή Ιριδίδες (Iridaceae) με κίτρινα λουλούδια
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Iris pseudacorus στην αγγλική Βικιπαίδεια

- αγάπανθος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κοινή ονομασία για το είδος Iris pseudacorus
|
Πηγές
[επεξεργασία]- νερόκρινο - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- Όροι που αρχίζουν με νεροκρινο- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα νερό- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φυτά (νέα ελληνικά)
- Λουλούδια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)