νευροπεπτιδίο Υ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | νευροπεπίδιο y | τα | νευροπεπτίδια Y |
| γενική | του | νευροπεπτιδίου Y & νευροπεπτίδιου Y |
των | νευροπεπτιδίων Y |
| αιτιατική | το | νευροπεπίδιο y | τα | νευροπεπτίδια Y |
| κλητική | νευροπεπίδιο y | νευροπεπτίδια Y | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νευροπεπτιδίο Υ < → λείπει η ετυμολογία
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]νευροπεπτιδίο Υ ουδέτερο
- (νευρολογία) πρωτεϊνικό μόριο που παράγεται κυρίως από νευρώνες/νεύρα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και συμμετέχει σε ποικίλες φυσιολογικές και ομοιοστατικές διαδικασίες
- η σωστή ποσόστωσή του προστατεύει από την κατάθλιψη και τις διατροφικές διαταραχές
- (βοηθά να έχει κανείς περισσότερο νευροπεπτιδίο Υ από τον μέσο άνθρωπο παρόμοιας ηλικίας, φύλου και βάρους)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νευροπεπτιδίο Υ
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
- Πολυλεκτικοί όροι με ένα κλιτό (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νευρολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)