νεφρικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | νεφρικός | η | νεφρική | το | νεφρικό |
| γενική | του | νεφρικού | της | νεφρικής | του | νεφρικού |
| αιτιατική | τον | νεφρικό | τη | νεφρική | το | νεφρικό |
| κλητική | νεφρικέ | νεφρική | νεφρικό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | νεφρικοί | οι | νεφρικές | τα | νεφρικά |
| γενική | των | νεφρικών | των | νεφρικών | των | νεφρικών |
| αιτιατική | τους | νεφρικούς | τις | νεφρικές | τα | νεφρικά |
| κλητική | νεφρικοί | νεφρικές | νεφρικά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νεφρικός < ελληνιστική κοινή νεφρικός / νεφριτικός < αρχαία ελληνική νεφρός
Επίθετο
[επεξεργασία]νεφρικός
- που έχει σχέση με το νεφρό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
- ※ Τα ποντίκια αποτελούν σημαντικούς φορείς ασθενειών. Ο χανταϊός, μια ομάδα αναπνευστικών και νεφρικών παθήσεων που είναι πάντα δυσάρεστες και συχνά θανατηφόρες, έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τα ποντίκια και τις κενώσεις τους.
- Bill Bryson, Στο σπίτι: Μια περιδιάβαση στην Ιστορία από δωμάτιο σε δωμάτιο, αρχική δημοσίευση: (2010), μετάφραση: Κωστής Πανσέληνος, εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2021, ISBN 9786180330168, @google.gr/books
- ※ Τα ποντίκια αποτελούν σημαντικούς φορείς ασθενειών. Ο χανταϊός, μια ομάδα αναπνευστικών και νεφρικών παθήσεων που είναι πάντα δυσάρεστες και συχνά θανατηφόρες, έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τα ποντίκια και τις κενώσεις τους.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη νεφρό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)