νεφρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νεφρός οι νεφροί
      γενική του νεφρού των νεφρών
    αιτιατική τον νεφρό τους νεφρούς
     κλητική νεφρέ νεφροί
Πληθυντικός και όπως στο ουδέτερο γένος: νεφρά
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεφρός < αρχαία ελληνική νεφρός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɛ.ˈfɾɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεφρός αρσενικό και νεφρό ουδέτερο

  1. (ανατομία) το καθένα από τα δύο όργανα του σώματος του ανθρώπου και άλλων ζώων που επιτελούν τον καθαρισμό του αίματος από τα τοξικά κατάλοιπα του μεταβολισμού και την παραγωγή των ούρων
    μεταμόσχευση νεφρών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]