νεωκόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεωκόρος νεωκόροι
γενική νεωκόρου νεωκόρων
αιτιατική νεωκόρο νεωκόρους
κλητική νεωκόρε νεωκόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεωκόρος < νεώςναός) + κόροςκούρος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεωκόρος αρσενικό ή θηλυκό, νεωκόρισσα θηλυκό

  • Λαϊκός που έχει την ευθύνη για την καθαριότητα, την τάξη, την ασφάλεια και την λειτουργική ετοιμότητα ενός Ιερού Ναού. Ο νεωκόρος συμμετέχει ενεργά στις Ιερές Ακολουθίες της Εκκλησίας. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, φροντίζει να έχει έτοιμο το θυμιατό για να το δώσει στον Ιερέα σε συγκεκριμένα σημεία της Ακολουθίας, προηγείται του Ιερέα κατά τη Μικρά Είσοδο κρατώντας την λαμπάδα και κατά τη Μεγάλη Είσοδο κρατώντας την λαμπάδα και το θυμιατό, ετοιμάζει το Ζέον, κόβει το αντίδωρο, κρατάει το Μάκτρον κατά τη διάρκεια της Θείας Κοινωνίας, φροντίζει για τις προετοιμασίες που απαιτούνται για την Αρτοκλασία, τα μνημόσυνα κλπ. Επίσης, συμμετέχει ενεργά και στα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας. Για παράδειγμα, πριν τη Βάπτιση φροντίζει για την τοποθέτηση της κολυμπήθρας, των βοηθητικών τραπεζιών και του υποδοχέα της λαμπάδας, ετοιμάζει τα απαραίτητα όπως το ζεστό νερό, την πετσέτα, το λαδόπανο, την χειροπετσέτα, τα ρούχα του μωρού, τα τρία κεριά, το Άγιο Μύρο κλπ. Κατά τη διάρκεια της Βάπτισης φροντίζει να παρέχει στο Ιερέα ό,τι απαιτείται στη σωστή στιγμή (θυμιατό, λάδι, Άγιο Μύρο, ρούχα μωρού κλπ) και να καθοδηγεί τους γονείς και τους αναδόχους.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεωκόρος αρσενικό

  1. φύλακας και επιστάτης ναού