νεόδμητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νεόδμητος η νεόδμητη το νεόδμητο
      γενική του νεόδμητου της νεόδμητης του νεόδμητου
    αιτιατική τον νεόδμητο τη νεόδμητη το νεόδμητο
     κλητική νεόδμητε νεόδμητη νεόδμητο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νεόδμητοι οι νεόδμητες τα νεόδμητα
      γενική των νεόδμητων των νεόδμητων των νεόδμητων
    αιτιατική τους νεόδμητους τις νεόδμητες τα νεόδμητα
     κλητική νεόδμητοι νεόδμητες νεόδμητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεόδμητος < αρχαία ελληνική νεόδμητος < νεο- + -δμητος < θ. δμᾱ- / δμη- < δέμω (χτίζω, οικοδομώ)

Επίθετο[επεξεργασία]

νεόδμητος αρσενικό, νεόδμητη θηλυκό, νεόδμητο ουδέτερο

  • που χτίστηκε πρόσφατα
    νεόδμητη πολυκατοικία
    νεόδμητος θεσμός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]