νεόπλασμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεόπλασμα νεοπλάσματα
γενική νεοπλάσματος νεοπλασμάτων
αιτιατική νεόπλασμα νεοπλάσματα
κλητική νεόπλασμα νεοπλάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεόπλασμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική néoplasme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεόπλασμα ουδέτερο

  1. (ιατρική) όγκος, καλοήθης ή κακοήθης (καρκινικός)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]