νεόπλουτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεόπλουτος < νέος + πλούτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νεόπλουτος

  1. αυτός που έχει αποκτήσει πρόσφατα μεγάλη περιουσία
  2. τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται με αρνητική σημασία - αυτός που απόκτησε σε σύντομο διάστημα σημαντικό πλούτο και ανέβηκε κοινωνικά χωρίς να αποκτήσει παράλληλα και τους τρόπους συμπεριφοράς της ανώτερης κοινωνικά τάξης.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]