Μετάβαση στο περιεχόμενο

νεύμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νεύμα τα νεύματα
      γενική του νεύματος των νευμάτων
    αιτιατική το νεύμα τα νεύματα
     κλητική νεύμα νεύματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νεύμα < αρχαία ελληνική νεῦμα < νεύω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νεύμα ουδέτερο

  • επικοινωνία χάρη σε ελαφρές κινήσεις του κεφαλιού, των ματιών ή των χεριών
    ※  Στο σημείο αυτό όμως ο Γούναρης έκανε νεύμα προς τον Μπαλτατζή ώστε εκείνος να μην συμφωνήσει με τα λεγόμενα του πατέρα μου, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος την κίνηση είπε: «Αυτό δεν είναι ούτε γνώμη συμβουλίου, ούτε διαιτησία, αλλά καραγκιόζ μπερντές!», και αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του. (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εις θάνατον!, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
→ δείτε τη λέξη  νεύω

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]