νεύρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεύρο νεύρα
γενική νεύρου νεύρων
αιτιατική νεύρο νεύρα
κλητική νεύρο νεύρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεύρο < αρχαία ελληνική νεῦρον (τένοντας)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεύρο ουδέτερο

  1. (ανατομία) λεπτός και επιμήκης κυλινδρικός ιστός που συνδέει τον εγκέφαλο με τα όργανα του σώματος, μεταφέροντας από αυτά τα ερεθίσματα που δέχονται και, αντίστροφα, μεταφέροντας προς αυτά τις εντολές που δίνει εγκέφαλος
  2. ο τένοντας
  3. λεπτές ίνες που διατρέχουν τα φύλλα και τους καρπούς των φυτών
  4. (μεταφορικά) η ζωτική δύναμη, η ζωντάνια
    περπατούσε ζωηρά, με νεύρο
  5. (μεταφορικά, στον πληθυντικό) η κατάσταση που βιώνει κανείς όταν είναι εκνευρισμένος
    σήμερα είμαι όλο νεύρα και δεν ξέρω τι μου φταίει

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • με χτυπάει στα νεύρα, μου δίνει στα νεύραβλέπε έκφραση: μου τη δίνει
  • τα νεύρα μου τσατάλιακρόσσια): νευρίασα πολύ, μου έσπασε τα νεύρα, με τσάτισε

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]