νηκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική νηκτικός νηκτική νηκτικό
γενική νηκτικού νηκτικής νηκτικού
αιτιατική νηκτικό νηκτική νηκτικό
κλητική νηκτικέ νηκτική νηκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νηκτικοί νηκτικές νηκτικά
γενική νηκτικών νηκτικών νηκτικών
αιτιατική νηκτικούς νηκτικές νηκτικά
κλητική νηκτικοί νηκτικές νηκτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηκτικός < ελληνιστική κοινή νηκτικός < αρχαία ελληνική νηκτός < νήχω

Επίθετο[επεξεργασία]

νηκτικός, -ή, -ό

  1. που μπορεί να κολυμπά
  2. που είναι χρήσιμος στην κολύμβηση
  3. (ουσιαστικοποιημένο) ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό νηκτικά: (ζωολογία) υδρόβια πουλιά (πάπια, χήνα κ.λπ.)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]