νηοπομπή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νηοπομπή νηοπομπές
γενική νηοπομπής νηοπομπών
αιτιατική νηοπομπή νηοπομπές
κλητική νηοπομπή νηοπομπές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηοπομπή < νηός, ποιητική γενική αντί του αττικού νεώς (< αρχαία ελληνική ναῦς = πλοίο) + πομπή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νηοπομπή θηλυκό

  • (ναυτικός όρος): η ομάδα εμπορικών συνήθως πλοίων που σε καιρό πολέμου πλέουν προς κοινό προορισμό με συνοδεία πολεμικών πλοίων για την προστασία τους
  • οποιαδήποτε ομάδα πλοίων που ακολουθεί την ίδια πορεία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]