νηπιαγωγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νηπιαγωγός νηπιαγωγοί
γενική νηπιαγωγού νηπιαγωγών
αιτιατική νηπιαγωγό νηπιαγωγούς
κλητική νηπιαγωγέ νηπιαγωγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηπιαγωγός < νήπιο + αγωγή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νηπιαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. εκπαιδευτικός που ασχολείται με παιδιά προσχολικής ηλικίας (4 και 5 ετών)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]