νηστευτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νηστευτής νηστευτές
γενική νηστευτή νηστευτών
αιτιατική νηστευτή νηστευτές
κλητική νηστευτή νηστευτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηστευτής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νηστευτής αρσενικό

  1. Άνθρωπος που απέχει από συγκεκριμένα τρόφιμα κατά τις περίοδους που καθορίζει η Εκκλησία.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]