νηστεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηστεύω < αρχαία ελληνική νηστεύω

Ρήμα[επεξεργασία]

νηστεύω

  1. (γενική έννοια) δεν τρώω
    νηστεύω το κρέας
  2. (εκκλησιαστικός όρος) δεν τρώω ορισμένα φαγώσιμα σε μερικές προκαθορισμένες εποχές
     συνώνυμα: κάνω νηστεία
  3. (αμετάβατο) δίνω σε κάποιον νηστίσιμα φαγητά
    νηστεύω τον γιο μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηστεύω < νη- + ἐσθίω

Ρήμα[επεξεργασία]

νηστεύω

  1. δεν τρώω, μένω άσιτος