νηφάλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νηφάλιος η νηφάλια το νηφάλιο
      γενική του νηφάλιου της νηφάλιας του νηφάλιου
    αιτιατική τον νηφάλιο τη νηφάλια το νηφάλιο
     κλητική νηφάλιε νηφάλια νηφάλιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νηφάλιοι οι νηφάλιες τα νηφάλια
      γενική των νηφάλιων των νηφάλιων των νηφάλιων
    αιτιατική τους νηφάλιους τις νηφάλιες τα νηφάλια
     κλητική νηφάλιοι νηφάλιες νηφάλια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηφάλιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νηφάλιος (αρχαία σημασία: ποτό χωρίς ανάμειξη κρασιού)

Επίθετο[επεξεργασία]

νηφάλιος, -α, -ο

  1. που δε βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, ξεμέθυστος
  2. που διαθέτει ή χαρακτηρίζεται από διαύγεια πνεύματος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική νηφάλιος νηφαλί
νηφάλιος
τὸ νηφάλιον
      γενική τοῦ νηφαλίου τῆς νηφαλίᾱς
νηφαλίου
τοῦ νηφαλίου
      δοτική τῷ νηφαλί τῇ νηφαλί
νηφαλί
τῷ νηφαλί
    αιτιατική τὸν νηφάλιον τὴν νηφαλίᾱν
νηφάλιον
τὸ νηφάλιον
     κλητική ! νηφάλιε νηφαλί
νηφάλιε
νηφάλιον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ νηφάλιοι αἱ νηφάλιαι
νηφάλιοι
τὰ νηφάλι
      γενική τῶν νηφαλίων τῶν νηφαλίων
νηφαλίων
τῶν νηφαλίων
      δοτική τοῖς νηφαλίοις ταῖς νηφαλίαις
νηφαλίοις
τοῖς νηφαλίοις
    αιτιατική τοὺς νηφαλίους τὰς νηφαλίᾱς
νηφαλίους
τὰ νηφάλι
     κλητική ! νηφάλιοι νηφάλιαι
νηφάλιοι
νηφάλι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ νηφαλίω τὼ νηφαλί
νηφαλίω
τὼ νηφαλίω
      γεν-δοτ τοῖν νηφαλίοιν τοῖν νηφαλίαιν
νηφαλίοιν
τοῖν νηφαλίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'δίκαιος' όπως «δίκαιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νηφάλιος < νήφ(ω) + -άλιος < νήφων [1]

Επίθετο[επεξεργασία]

νηφάλιος, -α, ον & -ος, -ος, -ον

  1. (για ποτό) χωρίς ανάμειξη κρασιού, μη αλκοολούχος
  2. ξεμέθυστος
  3. (ελληνιστική σημασία) νηφάλιος που δεν είναι μεθύστακας
  4. (μεταφορικά) που διαθέτει ή χαρακτηρίζεται από διαύγεια πνεύματος

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]