νικάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νικάω < νίκη και jω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

νικάω - νικῶ (συνηρημένο)

  1. κερδίζω σε μάχη
  2. υπερισχύω σε γνώμη
  3. αποφασίζω, λαμβάνω απόφαση

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]