νικιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νικιέμαι, παθητική φωνή του νικώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

νικιέμαι, πρτ.: νικιόμουν(α), στ.μέλλ.: θα νικηθώ, αόρ.: νικήθηκα, μτχ.π.π.: νικημένος

  1. με νικούν

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]