νοερός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική νοερός νοερή νοερό
γενική νοερού νοερής νοερού
αιτιατική νοερό νοερή νοερό
κλητική νοερέ νοερή νοερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νοεροί νοερές νοερά
γενική νοερών νοερών νοερών
αιτιατική νοερούς νοερές νοερά
κλητική νοεροί νοερές νοερά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοερός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νοερός, -ή, -ό

  1. που γίνεται με το νου (και όχι στην πραγματικότητα)
    το βιβλίο αυτό μας οδηγεί σε ένα νοερό ταξίδι στα μέρη της Ανατολής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]