νοθεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοθεύω < μεταγενέστερη ελληνική νοθεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔ.ˈθɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

νοθεύω

  1. ανακατεύω ένα προϊόν με άλλο, κατώτερης ποιότητας και τιμής, προκειμένου να ωφεληθώ οικονομικά εις βάρος του αγοραστή
    νοθεύω το ελαιόλαδο με ηλιέλαιο
  2. παραποιώ μια ιδέα, μια κατάσταση κ.λπ. εισάγοντας ξένα ή ακατάλληλα στοιχεία
    νοθεύω το αποτέλεσμα των εκλογών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]