νοικοκυρεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοικοκυρεύομαι < νοικοκυρεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ni.kɔ.ci.ˈɾɛ.vɔ.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

νοικοκυρεύομαι

  1. σταματώ τις σπατάλες, διαχειρίζομαι με σύνεση τα οικονομικά μου
    συνώνυμα: μαζεύομαι
  2. δημιουργώ τη δική μου οικογένεια
    συνώνυμα: αποκαθίσταμαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]