νοικοκύρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νοικοκύρης νοικοκύρηδες
& νοικοκυραίοι
γενική νοικοκύρη νοικοκύρηδων
& νοικοκυραίων
αιτιατική νοικοκύρη νοικοκύρηδες
& νοικοκυραίους
κλητική νοικοκύρη νοικοκύρηδες
& νοικοκυραίοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοικοκύρης < αρχαία ελληνική ἐν + οἰκοκύριος (< οἶκος + κύριος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ni.kɔ.ˈci.ɾis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νοικοκύρης αρσενικό

  1. ο έχων την διαχείριση της οικονομικής μονάδας του οίκου, δηλαδή του σπιτιού.
  2. αυτός που φροντίζει για τις εργασίες και την καθημερινή επιμέλεια του οίκου , βλ. π.χ. η νοικοκυρά
  3. (ιστορία), (ναυτικός όρος): ο προύχοντας νησιώτης και ειδικότερα ναυτικής νήσου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]