νοκ άουτ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοκ άουτ < αγγλική knockout

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔk_ˈa.ut/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νοκ άουτ ουδέτερο, άκλιτο

  1. (αθλητισμός) το να παραμείνει ένας πυγμάχος πεσμένος στο καναβάτσο μετά από χτύπημα του αντιπάλου του και μετά από το μέτρημα του ορισμένου χρόνου, οπότε και θεωρείται ηττημένος
  2. (μεταφορικά) εξαντλημένος, εξουθενωμένος
  3. (σαν επίθετο) που δεν μπορεί να επαναληφθεί· λέγεται για αγώνες που το αποτέλεσμά τους κρίνει την πρόκριση ενός από τους αντιπάλους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]