νομάτοι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | οι | νομάτοι & νοματαίοι | ||
| γενική | των | νομάτων & νοματαίων | ||
| αιτιατική | τους | νομάτους & νοματαίους | ||
| κλητική | νομάτοι & νοματαίοι | |||
| Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- νομάτοι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀνόματοι < αρχαία ελληνική ὄνομα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νομάτοι αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό
- (λαϊκότροπο) άνθρωποι
- ※ Κλωτσιὰ βαρεῖ τοῦ μαύρου του ςτὴν ἐκκλησιὰ παγαίνει.
Βρίσκει τὸν πρωτομάστορη, ποῦ κάνει τὸ μνημοῦρι
Πέ μου νὰ ζήσῃς μάστορα τίνος εἶν ̓ τὸ μνημοῦρι;
Εἶναι τῆς κόρης τῆς ξανθῆς, ξανθῆς καὶ μαυρομμάτας,
Ὁπὤχει τοὺς ἐννι ̓ ἀδερφοὺς τὸν Κωνσταντῖνον ἄντρα,
Πὤχει τὰ σπίτια τὰ πολλὰ τὰ τέσσερα παλάτια.
Παρακαλῶ σε μάστορα, να φτιάσῃς τὸ μνημοῦρι
Λίγο μακρὺ, λίγο πλατὺ, νἆναι γιὰ δυὸ νομάτους.- Arnold Passow, Popularia carmina graeciae recentioris. (1860). Γερμανία: in aedibus B.G. Teubneri. (τραγούδι: Ο Χάρος και η κόρη), σελ. 297 @books.google
- ※ Κλωτσιὰ βαρεῖ τοῦ μαύρου του ςτὴν ἐκκλησιὰ παγαίνει.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη όνομα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)