νομή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νομή νομές
γενική νομής νομών
αιτιατική νομή νομές
κλητική νομή νομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. νομή < ελληνιστική κοινή νομή < αρχαία ελληνική νομή < νέμω
  2. νομή < αρχαία ελληνική νομή < νέμω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νομή θηλυκό

  1. (νομικός όρος) η κατοχή κάποιου πράγματος, η οποία ενίοτε δεν στηρίζεται νομικά
    1. έκταση όπου υπάρχει φυτική τροφή για ζώα
    2. (κατ’ επέκταση) η φυτική τροφή που βρίσκουν τα ζώα και βοσκούν σ' αυτή την έκταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]