νομενκλατούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νομενκλατούρα νομενκλατούρες
γενική νομενκλατούρας
αιτιατική νομενκλατούρα νομενκλατούρες
κλητική νομενκλατούρα νομενκλατούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νομενκλατούρα < ρωσική номенклатура (nomenklatúra) < λατινική nomenclatura < nomenclator < nomen + calo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νομενκλατούρα θηλυκό

  1. ονοματολογία, ονοματοδοσία
  2. κατάλογος ονομάτων αξιωματούχων στα σοσιαλιστικά καθεστώτα
  3. (κατ' επέκταση) η προνομιούχα κοινωνική τάξη των αξιωματούχων, ιδίως στα σοσιαλιστικά καθεστώτα
  4. κομματική/συνδικαλιστική νομενκλατούρα
  5. (μειωτικά) στελέχη που νέμονται αξιώματα και προνόμια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]