νομοθέτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νομοθέτης < αρχαία ελληνική νομοθέτης < νόμος + τίθημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νομοθέτης αρσενικό

  1. αυτός που γράφει τους νόμους μιας πολιτείας και τους θέτει σε ισχύ
    Σόλων ο νομοθέτης
  2. ο συντάκτης ενός νομοσχεδίου
  3. (γενικότερα) η νομοθετική εξουσία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]