νομπελίστας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]νομπελίστας αρσενικό (θηλυκό νομπελίστρια)
- ο βραβευμένος με νόμπελ
- ※ Το 1973, η Ιρλανδία δεν έμοιαζε πια με τη φτωχή, θρησκευόμενη και κοινωνικά καθυστερημένη χώρα που είχε περιγράψει στο ταξιδιωτικό του ημερολόγιο ο νομπελίστας συγγραφέας Χάινριχ Μπελ κατά τη δεκαετία του '50 (Τάκης Παππάς, Παράδοξη χώρα, εκδ. Πατάκης, 2024, σελ. 20)
- ※ Αυτό κράτησε κάνα χρόνο, μέχρι που έπιασα για πρώτη φορά στα χέρια μου τον «Άλφρεντ Προύφροκ» του Τ.Σ. Έλιοτ, οπότε κατάλαβα τι σημαίνει ποίηση κι εγκατέλειψα το όνειρο να γίνω ο τρίτος Έλληνας νομπελίστας ποιητής. (Αύγουστος Κορτώ, , Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά, εκδ. Πατάκης, 2016)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] νομπελίστας
|
|