νονά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νονά < θηλυκό του νονός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νονά θηλυκό

  • αυτή που παρίσταται ως μάρτυρας στη βάφτιση ενός παιδιού, βοηθά τον ιερέα στην τέλεση του μυστηρίου και αναλαμβάνει την κατήχησή του στο χριστιανισμό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]