νοοτροπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νοοτροπία νοοτροπίες
γενική νοοτροπίας νοοτροπιών
αιτιατική νοοτροπία νοοτροπίες
κλητική νοοτροπία νοοτροπίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νοοτροπία < σύνθετη λέξη/΄νοός + τρόπος, ο τρόπος του νού,ο τρόπος που λειτουργεί το μυαλό του κάθε ανθρώπου, τρόπος σκέψης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νοοτροπία θηλυκό

  • ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός λαού· το σύνολο των πεποιθήσεων, των φοβιών, των προκαταλήψεων που τελικά καθορίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ατόμων ή των ομάδων

32πχ Μεταφράσεις[]