νοοτροπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νοοτροπία οι νοοτροπίες
      γενική της νοοτροπίας των νοοτροπιών
    αιτιατική τη νοοτροπία τις νοοτροπίες
     κλητική νοοτροπία νοοτροπίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοοτροπία < νοο- + τρόπος + -ία < αρχαία ελληνική νόος + τρόπος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔ.ɔ.tɾɔ.ˈpi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νοοτροπία θηλυκό

  • ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός λαού· το σύνολο των πεποιθήσεων, των φόβων, των προκαταλήψεων που τελικά καθορίζουν τη συμπεριφορά και τη δράση των ατόμων ή των ομάδων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]