Μετάβαση στο περιεχόμενο

νοσηλευτήριο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νοσηλευτήριο τα νοσηλευτήρια
      γενική του νοσηλευτηρίου
& νοσηλευτήριου
των νοσηλευτηρίων
    αιτιατική το νοσηλευτήριο τα νοσηλευτήρια
     κλητική νοσηλευτήριο νοσηλευτήρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Νοσηλευτήριο του 17ου αιώνα στην Ολλανδία

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νοσηλευτήριο < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νοσηλευτήριο ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]