νοσηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νοσηρός < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Επίθετο[]

νοσηρός, -ή, -ό

  1. που προκαλεί αρρώστια, επιβλαβής
  2. (μεταφορικά) υπερβολικός, αφύσικος
    νοσηρή αγάπη για την πατρίδα


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]