νοσώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική νοσώδης νοσώδης νοσώδες
γενική νοσώδους νοσώδους νοσώδους
αιτιατική νοσώδη νοσώδη νοσώδες
κλητική νοσώδη(ς) νοσώδης νοσώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νοσώδεις νοσώδεις νοσώδη
γενική νοσωδών νοσωδών νοσωδών
αιτιατική νοσώδεις νοσώδεις νοσώδη
κλητική νοσώδεις νοσώδεις νοσώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοσώδης < αρχαία ελληνική νοσώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νοσώδης

  1. που προκαλεί αρρώστια
    συνώνυμα: ανθυγιεινός, νοσηρός, νοσογόνος
    αντώνυμα: υγιεινός
  2. που αρρωσταίνει εύκολα
    συνώνυμα: ασθενικός, φιλάσθενος
    αντώνυμα: δυνατός, εύρωστος, υγιής
  3. (μεταφορικά) που φέρνει συμφορές
    συνώνυμα: καταστρεπτικός, καταστροφικός, ολέθριος
    αντώνυμα: ευνοϊκός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική νοσώδης νοσώδης νοσῶδες νοσώδεις νοσώδεις νοσώδη
Γενική νοσώδους νοσώδους νοσώδους νοσώδων νοσώδων νοσώδων
Δοτική νοσώδει νοσώδει νοσώδει νοσώδεσι(ν) νοσώδεσι(ν) νοσώδεσι(ν)
Αιτιατική νοσώδη νοσώδη νοσῶδες νοσώδεις νοσώδεις νοσώδη
Κλητική νοσῶδες νοσῶδες νοσῶδες νοσώδεις νοσώδεις νοσώδη
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική νοσώδει νοσώδει
Γενική-Δοτική νοσώδοιν νοσώδοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νοσώδης < νόσος + εἶδος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νοσώδης, -ης, -ες

  1. άρρωστος
    αντώνυμα: ὑγιεινός
  2. νοσηρός
  3. επιβλαβής, ολέθριος