νοτισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική νοτισμένος νοτισμένη νοτισμένο
γενική νοτισμένου νοτισμένης νοτισμένου
αιτιατική νοτισμένο νοτισμένη νοτισμένο
κλητική νοτισμένε νοτισμένη νοτισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νοτισμένοι νοτισμένες νοτισμένα
γενική νοτισμένων νοτισμένων νοτισμένων
αιτιατική νοτισμένους νοτισμένες νοτισμένα
κλητική νοτισμένοι νοτισμένες νοτισμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

νοτισμένος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος νοτίζω

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]