Μετάβαση στο περιεχόμενο

νούμερο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νούμερο τα νούμερα
      γενική του νούμερου των νούμερων
    αιτιατική το νούμερο τα νούμερα
     κλητική νούμερο νούμερα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νούμερο <
είτε[1] < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νούμερον < ιταλική numero < λατινική numerus
είτε[2] < (άμεσο δάνειο) ιταλική numero < λατινική numerus. Δείτε και το ελληνιστικό νούμερος (στρατιωτικό σώμα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νούμερο ουδέτερο

  1. αριθμός
    παράδειγμα  μου έδωσε λάθος νούμερο τηλεφώνου και τώρα δεν τον βρίσκω
    παράδειγμα  μόλις που πρόλαβα να πάρω το νούμερο του αυτοκινήτου που με τράκαρε
  2. (για αντικείμενα) συγκεκριμένος αριθμός που χαρακτηρίζει το μέγεθος σύμφωνα με τα αντίστοιχα πρότυπα
    παράδειγμα  δεν μπορεί να βρει παπούτσια στο νούμερό της γιατί είναι μικρό και υπάρχουν μόνο παιδικά
  3. κάθε ξεχωριστή σκηνή ή παράσταση ή αυτοτελές θέαμα σε επιθεώρηση ή άλλου είδους χώρο διασκέδασης που παρουσιάζει ζωντανά θεάματα
    Κάνανε διάφορα νούμερα. Ένας μαντράχαλος τραγουδούσε την «Καπνοσακούλα» (την έχανε και ύστερα την έβρισκε και την κρατούσε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του), ή ντουέτο με μια πεταχτή σκερτσόζα: « Πιό ὄμορφη στόν κόσμο δέν ἔχει ἄλληνε ἀπό τήν ἀδερφή μου τήν πιό μεγάληνε» , και μιά καμωματού τσαχπίνα, μέ μιά καρτονένια καπελιέρα κρεμασμένη ἀπό τό μπράτσο της μέ ρόζ κορδέλα, σεισοκωλιότανε τραγουδώντας τή «Μοδιστρούλα» (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδ. Πελεκάνος, 2015)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. νούμερο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας