ντάλια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

η ντάλια
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ντάλια οι ντάλιες
      γενική της ντάλιας
    αιτιατική την ντάλια τις ντάλιες
     κλητική ντάλια ντάλιες
Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο.
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντάλια < γαλλική dahlia

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντάλια θηλυκό

  1. (βοτανική) είδος καλλωπιστικού φυτού
  2. (λουλούδι) το άνθος αυτού του φυτού

Μεταφράσεις[επεξεργασία]