ντίζελ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ντιζέζ, ντιζέρ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντίζελ < γερμανική Diesel < Rudolf Diesel

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντίζελ ουδέτερο άκλιτο

  1. μηχανή (εσωτερικής καύσης) που δίνει κίνηση χρησιμοποιώντας πετρέλαιο ή άλλο καύσιμο
  2. (κατ’ επέκταση) το καύσιμο που καίει ο παραπάνω κινητήρας

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]