Μετάβαση στο περιεχόμενο

ντα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

ντα (ερωτηματική αντωνυμία)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ντα < ηχομιμητική λέξη από την νηπιακή γλώσσα[1][2].

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ντα ουδέτερο άκλιτο

  1. η ξυλιά, η χειροδικία
  2. (ειρωνικό, σε ενήλικο) ξυλιά

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • κάνω ντα: δέρνω, βαρώ ξυλιές, ξυλιάζω, τις βρέχω (σε κάποιον)
  • θα σε κάνω ντα: απειλή χειροδικίας ή διευκρίνιση πριν την χειροδικία

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ντα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ντα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)