ντα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Αντωνυμία
[επεξεργασία]ντα (ερωτηματική αντωνυμία)
- (κρητικά) άλλη μορφή του ίντα· τι
- ※ 1836 Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πρᾶξις δευτέρα
- [ΑΣΤ.] Και πώς σε βάρεσε, μουρέ; α κάζο πενσάτο;
[ΚΡΗΣ] Δεν κατέχω φράγκικα.
[ΑΣΤ.] Μουρέ, α κάζο πενσάτο;
[ΚΡΗΣ] Είπα σου το, δεν κατέχω ντα μου λες, Θιός...
- [ΑΣΤ.] Και πώς σε βάρεσε, μουρέ; α κάζο πενσάτο;
- ※ 1836 Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πρᾶξις δευτέρα
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ντα < ηχομιμητική λέξη από την νηπιακή γλώσσα[1][2].
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ντα ουδέτερο άκλιτο
- η ξυλιά, η χειροδικία
- (ειρωνικό, σε ενήλικο) ξυλιά
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- κάνω ντα: δέρνω, βαρώ ξυλιές, ξυλιάζω, τις βρέχω (σε κάποιον)
- θα σε κάνω ντα: απειλή χειροδικίας ή διευκρίνιση πριν την χειροδικία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ντα
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ντα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ντα - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Νέα ελληνικά
- Αντωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ερωτηματικές αντωνυμίες (νέα ελληνικά)
- Κρητικά
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ηχομιμητικές λέξεις (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)