νταούλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το νταούλι τα νταούλια
      γενική του νταουλιού των νταουλιών
    αιτιατική το νταούλι τα νταούλια
     κλητική νταούλι νταούλια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νταούλι < τουρκική davul + [1] < αραβική طبل (tabl)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νταούλι ουδέτερο

  1. παραδοσιακό μουσικό όργανο, είδος τύμπανου που κρέμεται από τον ώμο, στο πλάι, και παίζεται χτυπώντας και τις δύο πλευρές του
  2. για κάτι πολύ πρησμένο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]