νταρντάνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νταρντάνα νταρντάνες
γενική νταρντάνας
αιτιατική νταρντάνα νταρντάνες
κλητική νταρντάνα νταρντάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νταρντάνα < ιταλική tartana, αλιευτικό σκάφος, σαν το τρεχαντήρι, αλλά με πολύ πλούσιο εξαρτισμό στο μοναδικό ιστό του (κατάρτι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νταρντάνα θηλυκό

  • δημώδης έκφραση που απευθύνεται περισσότερο θαυμαστικά και λιγότερο πειραχτικά προς εύσωμες μεν αλλά καλλίγραμμες γυναίκες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • φρεγάτα μου
  • φρεγάδα μου

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Όταν η έκφραση αυτή απευθύνεται προς εύσωμες αλλά όχι καλλίγραμμες κυρίες τότε εκλαμβάνεται ως σκωπτική και ειρωνική.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]