ντεβές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ντεβές οι ντεβέδες
      γενική του ντεβέ των ντεβέδων
    αιτιατική τον ντεβέ τους ντεβέδες
     κλητική ντεβέ ντεβέδες
όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντεβές < τουρκική deve (καμήλα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντεβές ουδέτερο

  1. η καμήλα
  2. (μεταφορικά) ο ήρεμος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Κωνσταντίνος Οικονόμου, "Επωνύμων μνήμη", άρθρο στο περιοδικό "Ζωσιμάδες", τ. 29, Ιούνιος 2007