ντελίβερι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ντελίβερι < (άμεσο δάνειο) αγγλική delivery (διανομή)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ντελίβερι ουδέτερο άκλιτο
- (αγγλισμός, καθομιλουμένη) η μεταφορά αγαθών (συνήθως τροφίμων και ποτών) από το εστιατόριο (ή γενικότερα το κατάστημα) μέχρι το σπίτι (ή γενικότερα το χώρο) του καταναλωτή
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ντελίβερι - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ντελίβερι - Αναστασία Χριστοφίδου (επιμ.), Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 9-10, έτος 2009. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Αγγλισμοί (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)