Μετάβαση στο περιεχόμενο

ντελίβερι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ντελίβερι < (άμεσο δάνειο) αγγλική delivery (διανομή)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ντελίβερι ουδέτερο άκλιτο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]